ἀκροβυστία


ἀκροβυστία
ἡ ἀκροβυστία 1. (необрезанная) крайняя плоть; 2. собир. необрезанные, т. е. неиудеи, ant. περιτομή «обрезанные» = иудеи

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀκροβυστία" в других словарях:

  • ἀκροβυστία — ἀκροβυστίᾱ , ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc/acc dual ἀκροβυστίᾱ , ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβυστίᾳ — ἀκροβυστίαι , ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc pl ἀκροβυστίᾱͅ , ἀκροβυστία foreskin fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακροβυστία — η (Α ἀκροβυστία) το άκρο τού δέρματος τού ανδρικού γεννητικού οργάνου μσν. αρχ. 1. η ύπαρξη ακροβυστίας, το να μην έχει υποστεί κάποιος περιτομή 2. (περιληπτ. στον πληθ.) αυτοί που δεν έχουν υποστεί περιτομή, δηλ. οι εθνικοί, σε αντίθεση με τους… …   Dictionary of Greek

  • ακροβυστία ή ακροποσθία — Η άκρη του δέρματος του αντρικού μορίου, που καλύπτει τη βάλανο στη νηπιακή ηλικία. Στους Εβραίους (όπως και στους Αιγυπτίους και άλλους αρχαίους λαούς) συνηθίζονταν η περιτομή της α. ως είδος φυλετικής αναγνώρισης. Για τους ελληνίζοντες… …   Dictionary of Greek

  • ἀκροβυστίας — ἀκροβυστίᾱς , ἀκροβυστία foreskin fem acc pl ἀκροβυστίᾱς , ἀκροβυστία foreskin fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβυστίαι — ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc pl ἀκροβυστίᾱͅ , ἀκροβυστία foreskin fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβυστίαν — ἀκροβυστίᾱν , ἀκροβυστία foreskin fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβυστιῶν — ἀκροβυστία foreskin fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβυστίαις — ἀκροβυστία foreskin fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακροβυστώ — ἀκροβυστῶ ( έω) (Α) [ἀκρόβυστος] 1. δεν έχω υποστεί περιτομή, έχω ακροβυστία 2. αφαιρώ την ακροβυστία, κάνω περιτομή …   Dictionary of Greek

  • ακροβύστιος — ο αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στην ακροβυστία. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρεκτεταμένος τ. τού επιθ. ακρόβυστος ή ακροβύστης, πιθ. με επίδραση τής λ. ακροβυστία*] …   Dictionary of Greek